Αλέξανδρος Νικ. Βαρόπουλος

Ο ποιητής Αλέξανδρος Νικ. Βαρόπουλος γεννήθηκε το 1932 στο χωριό Καραϊσκάκη Ξηρομέρου Αιτ/νίας. Το 1952 τελειώνει το εξατάξιο τότε γυμνάσιο Αστακού. Το 1954 αποφοιτά από την παιδαγωγική ακαδημία Ιωαννίνων και το 1957 πρωτοδιορίζεται δάσκαλος στον Άγιο Νικόλαο Κατούνης. Το 1960 περίπου η "Επιθεώρηση Τέχνης" δημοσιεύει ποιήματά του ενώ κατά την περίοδο 1959 - 1965 στο "Παράρτημα" της Ελληνικής Μαθηματικής Εταιρείας δημοσιεύει συνέχεια εργασίες, ασκήσεις, προτάσεις, λύσεις κ.λ.π. Το 1981 κυκλοφορεί το πρώτο του βιβλίο "Προβλήματα κλασματικών αριθμών" για τον δάσκαλο και τον μαθητή.

Βιογραφικό

Ο Αλέξανδρος Βαρόπουλος νέος, όρθιος με κοστούμι
Δύο άνθρωποι περπατούν σε επαρχιακό δρόμο δίπλα στη θάλασσα

Το 1986 κυκλοφορεί την πρώτη του ποιητική συλλογή “ΧΩΜΑ ΚΑΙ ΝΕΡΟ” και στην συνέχεια ακολουθούν οι ποιητικές συλλογές “Η ΒΡΟΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ” (1987), “ΟΙ ΦΛΕΒΕΣ ΤΟΥ ΠΗΓΑΔΙΟΥ” (1989), “ΟΙ ΦΥΤΕΙΕΣ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ” (1990) και η δεύτερη έκδοση της συλλογής “ΧΩΜΑ ΚΑΙ ΝΕΡΟ” (1990). Το 1991 κυκλοφορεί η πέμπτη του ποιητική συλλογή με τίτλο “ΟΙ ΠΛΑΝΟΔΙΕΣ ΒΡΟΧΟΠΤΩΣΕΙΣ” και στις αρχές του 1992 κυκλοφορούν παράλληλα οι συλλογές “ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ ΣΙΓΗΣ” και “ΑΙΘΟΥΣΑ ΑΝΑΜΟΝΗΣ”. Ακολουθούν οι συλλογές “Ο ΗΧΟΣ ΤΟΥ ΧΙΟΝΙΟΥ” (1993), “ΑΓΗΣΙΘΩΡ” (1994), “τα ΠΑΓΚΑΚΙΑ” (1996), “ΥΔΡΟΡΡΟΕΣ” (1998), “ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ” (1999) και “ΧΩΜΑΤΟΔΡΟΜΟΣ” (2001).

Το ποιητικό του έργο παρουσιάσθηκε από εφημερίδες, περιοδικά, ανθολογίες, τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς. Ποιήματά του, μελοποιημένα από τον συνθέτη Δημήτρη Παπαποστόλου περιλαμβάνονται στο δίσκο “Νυχτερινό Υστερόγραφο” της SONY MUSIC.

Ο Αλέξανδρος Βαρόπουλος σήμερα ζει και εργάζεται στο Αγρίνιο και είναι τακτικός βιβλιοκριτικός στις τοπικές εφημερίδες. Καρπός της προσπάθειας αυτής είναι το επίτομο βιβλίο του “ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ”. Από το 1994 συνεργάζεται με το περιοδικό “Ίβυκος” στο οποίο παρουσιάζει τα νέα βιβλία και είναι σύμβουλος έκδοσης. Ο Αλέξανδρος Βαρόπουλος είναι τακτικό μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών (Ε.Ε.Λ.).

Παλιό τετράδιο με σχέδιο στο εξώφυλλο

Ο πατέρας μου είχε μια βαθιά ρομαντική αντίληψη για τον κόσμο, συνδυασμένη με μια ανατρεπτική στάση απέναντι στις κοινωνικές συμβάσεις. Αν έπρεπε να τον κατατάξω σε ένα ρεύμα σκέψης, θα επέλεγα τον εξεγερσιακό ρομαντισμό, αν και αμφιβάλλω πως ο ίδιος είχε επίγνωση ότι ανήκε εκεί.

Είχε μια βαθιά εσωτερικότητα που συχνά ακουμπούσε τη μελαγχολία —κι αυτό αποτυπώνεται στα ποιήματά του—, όχι όμως με την πεισιθάνατη έννοια, αλλά με την έννοια του révolte et mélancolie του ρομαντικού κινήματος. Στην πραγματική ζωή, σχεδόν μέχρι τα 90 του, πριν η άνοια αρχίσει να τον κλείνει στον εαυτό του, έβρισκε τον τρόπο να μετουσιώνει τη μελαγχολία σε εξωστρέφεια, χιούμορ, κίνηση, ανακάτεμα με τον κόσμο, αποτελώντας ένα ιδιαίτερα ζωντανό κύτταρο της κοινωνίας.

Είχε εκείνη τη «μη σωματική λάμψη» που ο Γιώργος Ιωάννου αποδίδει στη γενιά που ανδρώθηκε τη σκληρή δεκαετία του ’40 και έμαθε να βάζει το «εμείς» πάνω από το «εγώ». Το καταλάβαινες αμέσως όταν τον γνώριζες. Μπαίνοντας σε έναν χώρο, η ατμόσφαιρα ζωντάνευε. Τα χαμόγελα, τα καλαμπούρια και τα πειράγματα έδιναν κι έπαιρναν. Δύσκολα έβρισκες κάποιον που να τον προσφωνούσε με το όνομά του. «Δάσκαλε» άκουγες παντού, σπανίως «Αλέκο».

Είχε το χούι να χώνεται σε παρέες και πηγαδάκια και να συζητάει με τους πάντες. Μια φορά τον πέτυχα τυχαία στον δρόμο με καμιά δεκαριά πανκ — Αεκτζήδες που είχαν έρθει στο Αγρίνιο για κάποιον αγώνα με τον Παναιτωλικό. «Μα τι συζητούσες με αυτούς;» τον ρώτησα, με τη δεικτική αντωνυμία να περιέχει μπόλικη απαξία. «Α… εξαιρετικά παιδιά. Και πολύ καλλιεργημένα», μου απάντησε εντελώς φυσικά.

Την επιδίωκε την παρέα με τους περιθωριακούς, τους ιδιόρρυθμους, τους «τρελούς», τους ανθρώπους που οι περισσότεροι προσπερνούσαν. Ήταν ένας αυθεντικά συμπονετικός άνθρωπος, αλλά νομίζω πως παράλληλα τους παρατηρούσε και ως ποιητής, μεταφέροντας στοιχεία από την προσωπικότητά τους και θέματα από τη ζωή τους στα κείμενά του.

Αγαπούσε τα μικρά σύνολα: το χωριό, την κοινότητα, το σχολείο, την παρέα, τον δρόμο, το καφενείο, την πλατεία. Και πάνω απ’ όλα αγαπούσε το χωριό του, το Καραϊσκάκη, ένα μικρό χωριό της Αιτωλοακαρνανίας δίπλα στον Αστακό. Η ζεστασιά του χαρακτήρα του τον έκανε ιδιαίτερα αγαπητό εκεί και αυτή την αγάπη την ανταπέδιδε με το παραπάνω. Γι’ αυτό και στα ποιήματά του ο τόπος επιστρέφει ξανά και ξανά, μέσα από πρόσωπα, ντοπιολαλιές, επαγγέλματα, τοπία και μικρές λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής.

Από το σπίτι έφυγα στα 18, οπότε τα χρόνια που ο πατέρας μου ήταν περισσότερο δημιουργικός δεν τον έζησα από κοντά. Επιπλέον, το είδος της λυρικής ποίησης που έγραφε μου φαινόταν τότε μάλλον αναχρονιστικό. Ουσιαστικά, τον ανακάλυψα ως ποιητή πολύ αργότερα, όταν διάβασα ένα ποίημα με τον περίεργο τίτλο «Η Λινάτσα». Με εντυπωσίασε που, μέσα σε περίπου 70 λέξεις και με αφορμή ένα ευτελές υλικό, αποτύπωνε το πέρασμα του χρόνου πάνω στον καθημερινό άνθρωπο του μόχθου.

Άρχισα τότε να διαβάζω πιο συστηματικά το έργο του και ανακάλυψα έναν ποιητή που δεν επιδίωκε την πρωτοτυπία για την πρωτοτυπία. Δεν προσπαθούσε να σοκάρει, δεν έγραφε δυσνόητα, δεν έκανε επίδειξη γλωσσικής δεξιοτεχνίας. Προτιμούσε το συγκεκριμένο από το αφηρημένο. Αντί για ελπίδα, μοναξιά, χρόνο ή ιστορία, προτιμούσε λέξεις όπως «λινάτσα», «χωματόδρομος», «λεύκες», «στάχτη», «θρούμπι», «λύχνος», «φεγγάρι», «ποτάμι». Το συναίσθημα γεννιόταν από το αντικείμενο αντί να δηλώνεται.

Όπως κάθε παιδί με τον γονιό του, ήμασταν ταυτόχρονα ίδιοι και διαφορετικοί. Αυτός ήταν ρομαντικός, ενθουσιώδης, συμπονετικός, ιδεαλιστής. Εγώ περισσότερο ρεαλιστής και κυνικός. Αν ήμασταν καρτούν, αυτός θα ήταν ο Ισοβίτης του Αρκά κι εγώ ο Μοντεχρήστος. Διαφωνούσαμε σε πολλά. Είχαμε όμως και πολλά κοινά. Ένα από αυτά ήταν το χιούμορ. Γελούσαμε πολύ, με τα ίδια αστεία, τις ίδιες ταινίες, τις ίδιες καταστάσεις.

Και όσο περνούν τα χρόνια, τον θυμάμαι όλο και περισσότερο μέσα από μικρές εικόνες — σαν εκείνες που μένουν από ένα ποίημα.

Τον θυμάμαι στο καφεζαχαροπλαστείο «Συντριβάνι», απέναντι από το δημαρχείο, να γράφει σε ένα μπλοκάκι με κίτρινο bic, σαν να μην υπήρχε χρόνος και χώρος γύρω του.

Τον θυμάμαι να περπατάμε μαζί στον δρόμο —εγώ μικρός— και να σταματάει κάθε πέντε μέτρα για να χαιρετήσει και να μιλήσει με κάποιον, ενώ εγώ του τραβούσα απελπισμένος το σακάκι. Εκατό μέτρα τα κάναμε σε μία ώρα.

Τον θυμάμαι να οδηγεί σ’ όλη του τη ζωή ένα κόκκινο Simca Talbot που έγραφε στο πίσω τζάμι «αυτοκίνητο της χρονιάς 1978». Μαζί γέρασαν. Το Talbot πέθανε λίγα χρόνια πριν από αυτόν.

Νομίζω πως ο πατέρας μου έγραφε ποιήματα με τη λογική που κάποιος σκαλίζει το όνομά του πάνω σε ένα παγκάκι ή σ’ ένα δέντρο: για να αφήσει ένα σημάδι από το πέρασμά του σ’ αυτόν τον κόσμο. Γι’ αυτό και του άρεσε τόσο να τα βλέπει τυπωμένα. Εδώ, βέβαια, δεν υπάρχει το φυσικό μέσο. Κι αν τώρα σκρολάρει σ’ αυτό το site κάπου στο υπερπέραν, πιθανότατα θα έχει βγάλει φλύκταινες. Είχε μια φυσική αποστροφή προς τους υπολογιστές και το διαδίκτυο, και οι λέξεις «ψηφιακή πλατφόρμα» ήταν τα τελευταία χρόνια αγαπημένη αφορμή για το βιτριολικό του χιούμορ.

Εμένα όμως αυτό δεν με πτοεί. Γιατί μέσα από αυτό το ψηφιακό αποτύπωμα ήθελα κάτι από αυτόν τον άνθρωπο, που αγάπησε τόσο την κοινωνική ζωή, να επιστρέψει σ’ αυτήν. Να ξαναμπεί, με έναν τρόπο, στον κόσμο και στη συλλογική μνήμη — πρωτίστως μέσα από τα ποιήματά του και δευτερευόντως μέσα από τα κείμενα, τις φωτογραφίες και τα υπόλοιπα ίχνη που άφησε πίσω του.

Ασπρόμαυρη θέα σε παραθαλάσσια πόλη με αθάνατους στο πρώτο πλάνο

Επικοινωνία

Ippokratous 48, 105 60